Τα «αφεντικά» και ο Ανδρουλάκης: Γλώσσα λανθάνουσα
Η πρόσφατη κοινοβουλευτική μάχη για τη συνταγματική αναθεώρηση ξεγύμνωσε το μέγεθος του πολιτικού αδιεξόδου του Νίκου Ανδρουλάκη και της αντιπολίτευσης.

Στην απέλπιδα προσπάθειά τους να πλήξουν την κυβέρνηση, οι αρχηγοί των κομμάτων επιδόθηκαν σε ένα ρεσιτάλ τοξικότητας, αναμασώντας θεωρίες συνωμοσίας για «αφεντικά», και «θεσμικές εκτροπές». Το μόνο που κατάφεραν όμως, ήταν να επιβεβαιώσουν τη δική τους πολιτική ένδεια.
Η αλήθεια είναι αμείλικτη και τους εκθέτει ανεπανόρθωτα: ο Κυριάκος Μητσοτάκης απέδειξε στην πράξη ότι δεν έχει «αφεντικά». Αν είχε, όπως είπε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, η πολιτική πραγματικότητα της χώρας θα ήταν τελείως διαφορετική. Δεν θα βρισκόμασταν αντιμέτωποι με μια καθημερινή, ενορχηστρωμένη σκανδαλολογία από επιχειρηματικά κέντρα που επιχειρούν να εκβιάσουν την εκτελεστική εξουσία. Αν ο Μητσοτάκης ήταν πειθήνιο όργανο των ολιγαρχών, τα συμφέροντα που ελέγχουν τα ΜΜΕ θα έπλεκαν το εγκώμιο της κυβέρνησης, αντί να συντηρούν την ένταση.
Το πιο τρανταχτό παράδειγμα αυτής της θεσμικής αυτονομίας είναι το ζήτημα των εκλογών. Την ώρα που η αντιπολίτευση, σε απόλυτη σύμπνοια με εξωθεσμικά κέντρα, κατασκευάζει ευφάνταστα σενάρια για κάλπες τον Σεπτέμβριο, ο πρωθυπουργός γκρεμίζει με πάταγο το αφήγημά τους. Πάνω από 20 φορές τις τελευταίες ημέρες, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ξεκαθάρισε σε όλους τους τόνους ότι οι εθνικές εκλογές θα γίνουν στην ώρα τους, την άνοιξη του 2027. Και όπως εμείς, στο «Μανιφέστο» έχουμε γράψει κατ’ επανάληψη μεταξύ Μαΐου και Ιουνίου. Μέχρι να «λαχανιάσουν».
Αντίθετα, η εικόνα των αρχηγών της αντιπολίτευσης προκαλεί θλίψη, καθώς μετατρέπονται σε πρόθυμους εντολοδόχους τρίτων. Ο Νίκος Ανδρουλάκης, έχοντας γίνει «αξιωματική αντιπολίτευση από σπόντα» -όπως χαρακτηριστικά του επισήμανε ο πρωθυπουργός- εργαλειοποιεί εθνικές τραγωδίες και σκάνδαλα που δεν αφορούν πολιτικούς, όπως αυτό του ΟΠΕΚΕΠΕ, μόνο και μόνο -όπως και στην περίπτωση των παρακολουθήσεων- να δείξει «διαγωγή κοσμιωτάτη» σε όσους θέλουν να «απαλλαγούν» από την παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Την ίδια στιγμή, η Ζωή Κωνσταντοπούλου συνεχίζει να ευτελίζει τη διαδικασία με προσωπικές επιθέσεις και θεατρινισμούς, προκαλώντας την απολύτως θεσμική αντίδραση του πρωθυπουργού, ο οποίος ξεκαθάρισε: «Με τέτοια συμπεριφορά, κυρία μου, δεν θα καθίσω να σας ακούσω», αποχωρώντας από την Ολομέλεια. Όσο για τον Κυριάκο Βελόπουλο, τον ΣΥΡΙΖΑ και τους «λοιπούς συγγενείς» συνεχίζουν να ποντάρουν στον φτηνό λαϊκισμό, λειτουργώντας όλοι μαζί και ο καθένας ξεχωριστά ως κομμάτι ενός ευρύτερου σχεδίου αποσταθεροποίησης.
Απέναντι σε αυτό το συνονθύλευμα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε το πραγματικό ερώτημα με απόλυτο ρεαλισμό σε πρόσφατη συνέντευξή του ερωτηθείς για τον σχηματισμό κυβέρνησης «ειδικού σκοπού» με τη συμμετοχή των κομμάτων της αντιπολίτευσης: «Σύμφωνα με το σενάριό σας, να έχουμε μία κυβέρνηση του κυρίου Ανδρουλάκη, του κυρίου Τσίπρα, της κυρίας Κωνσταντοπούλου, του κυρίου Κουτσούμπα και του κυρίου Βελόπουλου; Καλή τύχη».
Το συμπέρασμα είναι σαφές. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης απέδειξε ότι το μοναδικό «αφεντικό» του είναι ο ελληνικός λαός, ο οποίος του έδωσε ισχυρή εντολή διακυβέρνησης. Η αντιπολίτευση, εγκλωβισμένη στα δικά της αδιέξοδα, θα συνεχίσει να λειτουργεί ως πολιορκητικός κριός των ολιγαρχών. Ο πρωθυπουργός όμως θα συνεχίσει να παράγει έργο, οδηγώντας τη χώρα με ασφάλεια μέχρι το τέλος της τετραετίας το 2027, μακριά από υπόγεια deals και εξαρτήσεις.



