Κάτω από τον αφρό: οι μικροζυθοποιοί αυξάνονται, το ολιγοπώλιο παραμένει
Aν και στην Ευρώπη η κατανάλωση μπίρας παρουσιάζει μικρές αυξομειώσεις από το 2020 μέχρι το 2024,

Αν και στην Ευρώπη η κατανάλωση μπίρας παρουσιάζει μικρές αυξομειώσεις από το 2020 μέχρι το 2024, τελευταία χρονιά για την οποία δημοσιεύει στοιχεία η Ενωση Ευρωπαίων Ζυθοποιών, στην Ελλάδα η κατανάλωση παρουσιάζει σταθερά μικρή αύξηση κάθε χρονιά, ξεκινώντας από τα 305.100.000 λίτρα το 2020 και φτάνοντας τα 420.700.000 λίτρα το 2024, ξεπερνώντας για πρώτη φορά το όριο των 400 εκατομμυρίων λίτρων. Συνεχής είναι και η αύξηση της κατανάλωσης μπίρας κατά κεφαλήν στη χώρα μας, ξεκινώντας από τα 28 λίτρα κατά κεφαλήν το 2020 και φτάνοντας τα 41 λίτρα το 2024.
Ωστόσο, κάτω από τον αφρό της γενικής εικόνας της συνολικής κατανάλωσης κρύβονται άλλα στοιχεία που δείχνουν μια πιο σύνθετη πραγματικότητα και πιο έντονες ζυμώσεις και διαφοροποιήσεις.
Καταρχήν, παρά τη σταθερή αύξηση της κατά κεφαλήν κατανάλωσης, η Ελλάδα παραμένει τρίτη από το τέλος στην κατά κεφαλήν κατανάλωση μπίρας στην Ευρώπη, μπροστά από την Ιταλία (36 λίτρα) και την Γαλλία (μόλις 33 λίτρα). Ο δείκτης της κατά κεφαλήν κατανάλωσης κρύβει εκπλήξεις και στην κορυφή, καθώς η Γερμανία, που παραμένει πρωταθλήτρια Ευρώπης στην παραγωγή και την κατανάλωση μπίρας σε απόλυτους αριθμούς (8.392.500.000 λίτρα παραγωγή το 2024 και 7.349.800.000 λίτρα κατανάλωση), έρχεται τρίτη στην κατά κεφαλήν κατανάλωση μπίρας, με 88 λίτρα κατά κεφαλήν κατανάλωση το 2024. Πρώτη στην κατά κεφαλήν κατανάλωση μπίρας το 2024 είναι μακράν η Τσεχία, με 126 λίτρα, και στη δεύτερη θέση η Αυστρία, με 98 λίτρα.
Αυξάνεται η κατανάλωση μπίρας χωρίς αλκοόλ
Αλλο στοιχείο διαφοροποίησης είναι ο μεγάλος ρυθμός αύξησης ιδίως της μπίρας με λίγο αλκοόλ ή χωρίς αλκοόλ (κάτω από 0,5% αλκοόλ). Αν και η ετήσια αύξηση των πωλήσεων της παραδοσιακής μπίρας κινείται σε μονοψήφιο ποσοστό, η ετήσια αύξηση της μπίρας με λίγο αλκοόλ ή χωρίς αλκοόλ εκτιμάται ότι κινείται σε ποσοστό 20%.
Περισσότερες από 20 ετικέτες μπίρας χαμηλής ή καθόλου περιεκτικότητας σε αλκοόλ κυκλφορορούν πια στην ελληνική αγορά, με τις πωλήσεις να αποτελούν το 3,5% του συνόλου των πωλήσεων μπίρας (ενδεικτικά, στην Ισπανία και στο Βέλγιο οι πωλήσεις μπίρας με λίγο ή καθόλου αλκοόλ ξεπερνούν το 10% των συνολικών πωλήσεων μπίρας). Οι πωλήσεις μπίρας με λίγο ή καθόλου αλκοόλ γίνονται κυρίως μέσω της εστίασης (σε ξενοδοχεία, εστιατόρια, καφέ και κέιτερινγκ, του γνωστού HORECA – Hotel Restaurant Cafe Catering), που απορροφά περίπου τα δύο τρίτα των πωλήσεων, έναντι των καταστημάτων λιανικής, στα οποία απομένει το ένα τρίτο.
Ολιγοπώλιο
Δομικό στοιχείο της αγοράς στην Ελλάδα είναι η υψηλή συγκέντρωση του κλάδου, που πάντως έχει διαμορφωθεί σε ολιγοπώλιο τα τελευταία χρόνια, έναντι των μονοπωλιακών χαρακτηριστικών την προηγούμενη δεκαετία. Τα ενεργά ζυθοποιεία στη χώρα μας ανέρχονται σε 76, σύμφωνα με την Ελληνική Ενωση Ζυθοποιών (μέλος της Ενωσης Ευρωπαίων Ζυθοποιών). Ωστόσο, περίπου το 90% της αγοράς συγκεντρώνεται σε τέσσερις εταιρείες, την Αθηναϊκή Ζυθοποιία (Heineken, Amstel, Alpha κ.α.) που ανήκει στον ολλανδικό όμιλο Heineken με μερίδιο γύρω στο 55%, την Ολυμπιακή Ζυθοποιία (Carlsberg, Μύθος, Fix), που ανήκει στο δανέζικο όμιλο Carlsberg, και ακολουθούν η Ελληνική Ζυθοποιία Αταλάντης (ΕΖΑ, Pils Hellas κ.α.) και η Ζυθοποιία Μακεδονίας – Θράκης (Βεργίνα). Αλλα περίπου 5% της παραγωγής μπίρας αποτελούν οι ιδιωτικές ετικέτες σούπερμάρκετ και άλλο περίπου 5% οι μικροζυθοποιίες που εκτείνονται κυρίως σε τοπικές αγορές.
Πίσω από τους αριθμούς, η αγορά βράζει με χαρακτηριστική την δικαστική διαμάχη της Ζυθοποιίας Μακεδονίας Θράκης εναντίον της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας για αθέμιτο ανταγωνισμό. Το πρωτοδικείο του Αμστερνταμ έκρινε τη μητρική Heineken υπεύθυνη για μακροχρόνια και συστηματική κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας στην ελληνική αγορά, ενώ και η Ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού επέβαλε στην Αθηναϊκή Ζυθοποιία πρόστιμο για μακροχρόνια κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της, το ποσό του οποίου μειώθηκε αργότερα από το Διοικητικό Εφετείο, στο οποίο προσέφυγε σε δεύτερο βαθμό η Αθηναϊική Ζυθοποιία.
Χωρίς αλκοόλ και στην Ευρώπη
Αλλά και στην Ευρώπη, τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι η παραγωγή παραδοσιακής μπίρας σημείωσε πολύ μικρή αύξηση 0,6% το 2024, φτάνοντας τα 34,700.000.000 λίτρα, η παραγωγή μπίρας με λίγο ή καθόλου αλκοόλ αυξήθηκε 11,1%, φτάνοντας τα 2.000.000.000 λίτρα.
Το 2024, στην πρώτη θέση της παραγωγής μπίρας στην Ευρώπη βρίσκεται η Γερμανία με 7.200.000.000 λίτρα (22,2% της συνολικής παραγωγής της ΕΕ) και ακολουθούν η Ισπανία με το 12,3% της συνολικής παραγωγής της ΕΕ, η Πολωνία με το 10,6%, η Ολλανδία με 6,8% και το Βέλγιο με 6,3%.
Σύμφωνα με την Ισπανική Ένωση Ζυθοποιών, η Ισπανία αναμένεται να είναι η χώρα με τη μεγαλύτερη κατανάλωση μπίρας με λίγο ή καθόλου αλκοόλ στην Ευρώπη, περίπου το 25% της ευρωπαϊκής κατανάλωσης. Οι πωλήσεις στην Ισπανία μπίρας με λίγο ή καθόλοηυ αλκοόλ αυξήθηκαν κατά 4%, και πλέον η μπίρα αυτή αποτελεί το 14% της συνολικής κατανάλωσης στην Ισπανία, και μάλιστα 16% στη λιανική πώληση.
Στην Ιταλία, η μπίρα με λίγο ή χωρίς αλκοόλ αποτέλεσε το 2,11% της συνολικής κατανάλωσης το 2024, αύξηση κατά 13,4% σε σύγκριση με το 1,86% της συνολικής κατανάλωσης το 2023, σημειώνοντας μια σταθερή θετική τάση μετά το 2020. Περισσότερα από χίλια μικροζυθοποιεία λειτουργούν στην Ιταλία, ωστόσο ο μεγάλος όγκος της παραγωγής είναι περιορισμένος σε λίγες εταιρείες. Σύμφωνα με στοιχεία της Αssobira, Σύμφωνα με στοιχεία της Assobirra, το 2024 η παραγωγή μπύρας στην Ιταλία έφτασε τα 17.200.000.000 λίτρα, καταγράφοντας περιορισμένη μείωση σε σύγκριση με τα 17.400.000.000 λίτρα το 2023 (-1,27%) Η κατανάλωση το 2024 διαμορφώθηκε στα 2.150.000.000 λίτρα, σημειώνοντας ελαφρά μείωση 1,54% σε σχέση με το 2023, που συμβαδίζει με τη μείωση της κατά κεφαλήν κατανάλωσης (36,4 λίτρα έναντι 37,1 λίτρων το 2023).
Αλλά και στη Βουλγαρία, όπου η παραγωγή μπίρας αυξάνεται σταθερά τα τελευταία χρόνια, φτάνοντας το 2024 τα 471.000.000 λίτρα, το πρώτο εξάμηνο του 2025 υπολογίζεται ότι καταναλώθηκαν περισσότερα από 3.000.000 λίτρα μπίρας με λίγο ή καθόλου αλκοόλ. Σύμφωνα με έρευνα της Ενωσης Ζυθοποιών της Βουλγαρίας, το 75% των Βούλγαρων πίνουν μπύρα τουλάχιστον μία φορά το μήνα, ενώ το 57% τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα, ενώ το 22% θεωρεί τη μπίρα χωρίς αλκοόλ “μοντέρνο ποτό”., το οποίο ανταποκρίνεται στις προτιμήσεις ανθρώπων που επιδιώκουν ισορροπημένο και υγειινό τρόπο ζωής.
«Πίνω μη αλκοολούχα μπίρα όταν βγαίνω με φίλους και πρέπει να οδηγήσω», λέει στο MediaPool η 26χρονη Ντεζισλάβα Ιβάνοβα από τη Σόφια. Προσθέτει: «Έχω δοκιμάσει τις περισσότερες μη αλκοολούχες μπίρες που διατίθενται στην αγορά και, με εξαίρεση μία ή δύο, δεν μου αρέσουν. Όταν βγαίνω έξω και πρέπει να αποφύγω το αλκοόλ, αλλά το μπαρ προσφέρει μόνο μη αλκοολούχες μπίρες που δεν μου αρέσουν, απλά δεν πίνω».



