ΟΙ ΒΑΡΙΕΣ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ, ΟΙ «ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ» ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ.
«Σπάει» το αγροτικό μπλόκο κατά του διαλόγου.

Οι αγροτικές κινητοποιήσεις επιστρέφουν μετά τις γιορτές όχι ως ένα ενιαίο μέτωπο πίεσης, αλλά ως ένα βαθιά διχασμένο κίνημα που δείχνει να υπονομεύει το ίδιο τον εαυτό του. Το βασικό χαρακτηριστικό των μπλόκων δεν είναι πλέον μόνο η ένταση στους δρόμους, αλλά η ανοιχτή εσωτερική σύγκρουση, που αποδυναμώνει την όποια διαπραγματευτική τους ισχύ και εκθέτει τον αγροτικό κόσμο στα μάτια της κοινωνίας. Το άλλοτε συμπαγές μπλοκ εμφανίζεται κατακερματισμένο, με δημόσιες επιθέσεις, σκληρή φρασεολογία και αλληλοκατηγορίες που θυμίζουν περισσότερο εσωτερικό εμφύλιο παρά οργανωμένο συνδικαλιστικό αγώνα.
Η απόφαση 18 μπλόκων και αγροτικών συλλόγων να ζητήσουν άμεσο διάλογο με την κυβέρνηση αποκάλυψε το μέγεθος του ρήγματος. Η πρωτοβουλία αυτή δεν προέκυψε τυχαία: αποτυπώνει την αυξανόμενη πίεση που δέχονται οι αγρότες από την κοινωνία, την αγορά και την ίδια την οικονομική πραγματικότητα. Παρά ταύτα, τα μεγάλα μπλόκα που επιμένουν στη γραμμή της σύγκρουσης αντιμετώπισαν την κίνηση
αυτή ως «προδοσία», επιλέγοντας τη λογική της καταγγελίας αντί της αυτοκριτικής.
Σκληροί χαρακτηρισμοί
Στην πράξη, η εμμονή στους παρατεταμένους αποκλεισμούς οδηγεί σε κοινωνική φθορά και απομόνωση. Η
επιμονή στη λογική «όλα ή τίποτα» όχι μόνο δεν πιέζει πλέον την κυβέρνηση, αλλά μεταφέρει το κόστος
στους ίδιους τους αγρότες και στους υπόλοιπους πολίτες, υπονομεύοντας τη στήριξη που είχαν κερδίσει το
προηγούμενο διάστημα. Στα μεγάλα μπλόκα της Θεσσαλίας, και κυρίως στη Νίκαια Λάρισας, κυριαρχεί η άποψη ότι ο διάλογος αποτελεί «παγίδα». Ωστόσο, αυτή η γραμμή έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την
πραγματικότητα που βιώνουν εκατοντάδες αγρότες σε άλλες περιοχές, οι οποίοι δηλώνουν αδυναμία να συνεχίσουν έναν αγώνα χωρίς χρονικό ορίζοντα και χωρίς απτά αποτελέσματα. Οι βαρείς χαρακτηρισμοί περί «καλικάντζαρων» και «υπονομευτών» δείχνουν ότι η κρίση δεν είναι συγκυριακή, αλλά βαθιά πολιτική και στρατηγική.
Την ίδια στιγμή, η κόπωση στα μπλόκα είναι εμφανής. Η παρατεταμένη απώλεια εισοδήματος, το κόστος καυσίμων και η αβεβαιότητα πιέζουν κυρίως τους μικρούς παραγωγούς, οι οποίοι βλέπουν ότι η συνέχιση των αποκλεισμών δεν οδηγεί σε νέες παραχωρήσεις, αλλά σε περαιτέρω απαξίωση του αγώνα.
Οι διαλλακτικοί
Σύμφωνα με πληροφορίες από τη σύσκεψη της Επανομής, υπέρ της άμεσης έναρξης διαλόγου τάχθηκαν μπλόκα και αγροτικοί σύλλογοι: Επανομής, Μαλγάρων, Χαλκηδόνας, Σερρών, Δράμας, Καβάλας,
Ροδόπης, Έβρου, Πιερίας, Ημαθίας, Πέλλας, Κιλκίς, Φλώρινας, Κοζάνης, Καστοριάς, Γρεβενών, Αχαΐας, Αιτωλοακαρνανίας.
Η στάση τους αποτυπώνει ένα ξεκάθαρο μήνυμα: η διατήρηση των μπλόκων χωρίς
στρατηγική εξόδου δεν αποτελεί πλέον λύση, αλλά παράγοντα περαιτέρω διάσπασης.
Και αυτός ο «εμφύλιος» είναι σήμερα το μεγαλύτερο πρόβλημα του αγροτικού κινήματος.
Το μήνυμα Μαρινάκη
Η κυβέρνηση εμφανίζεται να αξιοποιεί πολιτικά τον διχασμό. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος
Μαρινάκης χαρακτήρισε θετική τη διάθεση διαλόγου από μέρος των αγροτών, καλώντας τους υπόλοιπους
να εγκαταλείψουν τους αποκλεισμούς και να προσέλθουν σε συζήτηση. Παράλληλα, υποστηρίζει ότι η συντριπτική πλειονότητα των αιτημάτων είτε έχει ικανοποιηθεί είτε βρίσκεται σε τροχιά υλοποίησης.
Το μήνυμα, ωστόσο, που λαμβάνουν τα μεγάλα μπλόκα είναι διαφορετικό. Εκτιμούν ότι η κυβέρνηση επιδιώκει να συνομιλήσει μόνο με όσους εμφανίζονται διαλλακτικοί, απομονώνοντας τους πιο μαχητικούς. Αυτή η αντίληψη ενισχύει την καχυποψία και βαθαίνει το χάσμα, καθιστώντας ολοένα δυσκολότερη την επιστροφή σε ενιαία γραμμή.
Η πίεση στους δρόμους και το «αγκάθι» Μπότα.
Η χώρα βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με μια εικόνα γενικευμένης κυκλοφοριακής ασφυξίας, καθώς τα αγροτικά μπλόκα διατηρούν σε ομηρία βασικούς οδικούς άξονες, επηρεάζοντας άμεσα τις μετακινήσεις, το εμπόριο και την καθημερινότητα χιλιάδων πολιτών. Η απουσία σταθερών κυκλοφοριακών ρυθμίσεων, σε συνδυασμό με αιφνιδιαστικούς αποκλεισμούς και πολύωρες διακοπές της κυκλοφορίας, δημιουργεί ένα σκηνικό αβεβαιότητας που επιβαρύνει τόσο τους οδηγούς όσο και τις τοπικές κοινωνίες.
Σημεία όπως τα Μάλγαρα Θεσσαλονίκης, ο Προμαχώνας Σερρών, ο Μπράλος Φθιώτιδας και το Κάστρο Βοιωτίας έχουν μετατραπεί σε εστίες έντασης, με ουρές χιλιομέτρων και αυξημένο κίνδυνο τροχαίων ατυχημάτων. Επαγγελματίες οδηγοί περιγράφουν μια καθημερινότητα εξουθενωτική, καθώς δρομολόγια που κανονικά διαρκούν λίγες ώρες υπερδιπλασιάζονται, αυξάνοντας κατακόρυφα το κόστος καυσίμων
και λειτουργίας. Παράλληλα, κάτοικοι των γύρω περιοχών εκφράζουν έντονη δυσαρέσκεια, καθώς η πρόσβαση σε εργασία, υπηρεσίες και βασικές υποχρεώσεις γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη.
Ο «χάρτης» των μπλόκων και η κοινωνική πίεση
Η εικόνα στο εθνικό και επαρχιακό οδικό δίκτυο παραμένει ιδιαίτερα επιβαρυμένη, με δεκάδες ενεργά
μπλόκα να προκαλούν σοβαρές δυσλειτουργίες στην κυκλοφορία. Σε κομβικά σημεία της χώρας, οι αποκλεισμοί πραγματοποιούνται είτε επ’ αόριστον είτε με πολύωρες διακοπές, δημιουργώντας συνθήκες κυκλοφοριακού χάους και αβεβαιότητας για όσους κινούνται στο οδικό δίκτυο.
Ιδιαίτερα ο Προμαχώνας έχει εξελιχθεί σε «ασφυκτικό σημείο», καθώς τα φορτηγά ακινητοποιούνται
για ώρες, με τις ουρές να εκτείνονται ακόμη και στη βουλγαρική πλευρά των συνόρων. Μεταφορικές εταιρείες προειδοποιούν για σοβαρές καθυστερήσεις στις παραδόσεις, αδυναμία τήρησης συμβολαίων και αυξημένα λειτουργικά έξοδα, γεγονός που απειλεί τη βιωσιμότητα πολλών επιχειρήσεων. Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται και στη Δυτική Ελλάδα, όπου αποκλεισμοί σε κομβικά σημεία της Πάτρας και της Αχαΐας επηρεάζουν την τροφοδοσία και την τοπική οικονομία.
Οι εκτροπές μέσω επαρχιακών οδών δεν προσφέρουν ουσιαστική λύση, καθώς το οδικό δίκτυο δεν είναι σχεδιασμένο να υποστηρίζει τόσο μεγάλο όγκο οχημάτων. Σε περιοχές της Φθιώτιδας, της Βοιωτίας
και της Θεσσαλίας, οδηγοί κινούνται με χαμηλές ταχύτητες σε δρόμους περιορισμένων προδιαγραφών, αυξάνοντας τον κίνδυνο ατυχημάτων και την αγανάκτηση των κατοίκων.
Η παρατεταμένη διάρκεια των κινητοποιήσεων εντείνει τη φθορά στην κοινωνία. Παρότι σημαντικό
μέρος της κοινής γνώμης αναγνωρίζει τα προβλήματα του αγροτικού κόσμου, η συνεχιζόμενη ταλαιπωρία
δοκιμάζει τις αντοχές και ενισχύει το κλίμα κόπωσης, επαναφέροντας το ερώτημα για τα όρια των αποκλεισμών.
Τι λέει ο θιγόμενος αγροτοσυνδικαλιστής
Ιδιαίτερη ένταση προσθέτει η καταγγελία του αγροτοσυνδικαλιστή Γιώργου Μπότα για δέσμευση των τραπεζικών του λογαριασμών. Στα μπλόκα, η υπόθεση δεν αντιμετωπίζεται ως μεμονωμένο περιστατικό, αλλά ως σαφές μήνυμα πίεσης προς όσους βρίσκονται στην πρώτη γραμμή των κινητοποιήσεων.
Ο ίδιος δηλώνει ότι δεν είχε καμία επίσημη ενημέρωση και ότι πληροφορήθηκε για τις κατηγορίες εις
βάρος του μέσω δημοσιευμάτων, κάνοντας λόγο για οικονομική ασφυξία που επηρεάζει ακόμη και την προσωπική του επιβίωση. Οι καταγγελίες αυτές ενισχύουν το αίσθημα ανασφάλειας στον αγροτικό κόσμο,
με πολλούς να φοβούνται ότι η οικονομική πίεση χρησιμοποιείται σαν εργαλείο για να καμφθεί η δυναμική
των κινητοποιήσεων.
Η κυβέρνηση απορρίπτει κάθε σύνδεση των ελέγχων με τα μπλόκα, ωστόσο το χρονικό σημείο των εξελίξεων δυσκολεύει την εκτόνωση της έντασης. Σε ένα ήδη διχασμένο αγροτικό τοπίο, η υπόθεση Μπότα λειτουργεί ως ακόμη ένας παράγοντας αποσταθεροποίησης, εντείνοντας την καχυποψία και βαθαίνοντας το χάσμα.
Με τους δρόμους να παραμένουν κλειστοί, τους αγρότες χωρισμένους σε στρατόπεδα και τον διάλογο
να παραμένει ασαφής, το επόμενο διάστημα κρίνεται καθοριστικό. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο αν θα υπάρξει λύση, αλλά αν ο αγροτικός κόσμος θα μπορέσει να εξέλθει από αυτή τη σύγκρουση χωρίς να έχει υποστεί ανεπανόρθωτη φθορά στην ενότητά του.
Γράφει η Ιωάννα Ντάνη



